Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνταξιοδότησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνταξιοδότησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ