Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφράγισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σφράγισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω