Μετάβαση στο περιεχόμενο

σχημάτισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σχημάτισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω