σχηματοποίησις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχηματοποίησις (μαρτυρείται από το 1884) [1] < → και δείτε τη λέξη σχηματοποίηση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σχηματοποίησις, -εως θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σχηματοποίησις, σελ.973, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου