σύνολος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | σύνολος | η | σύνολος & σύνολη |
το | σύνολο |
| γενική | του | συνόλου & σύνολου |
της | συνόλου & σύνολης |
του | συνόλου & σύνολου |
| αιτιατική | τον | σύνολο | τη | σύνολο & σύνολη |
το | σύνολο |
| κλητική | σύνολε | σύνολε & σύνολη |
σύνολο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | σύνολοι | οι | σύνολοι & σύνολες |
τα | σύνολα |
| γενική | των | συνόλων & σύνολων |
των | συνόλων & σύνολων |
των | συνόλων & σύνολων |
| αιτιατική | τους | συνόλους & σύνολους |
τις | συνόλους & σύνολες |
τα | σύνολα |
| κλητική | σύνολοι | σύνολοι & σύνολες |
σύνολα | |||
| Οι πρώτοι τύποι, λόγιοι, από την αρχαία κλίση. Οι δεύτεροι τύποι, νεότεροι. | ||||||
| Κατηγορία όπως «άπτερος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύνολος < αρχαία ελληνική σύνολος < συν- + ὅλος
Επίθετο
[επεξεργασία]σύνολος, -ος/-η, -ο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύνολος
|
→ δείτε τη λέξη ολόκληρος |
Πηγές
[επεξεργασία]- σύνολος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό & θηλυκό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | σύνολος | ἡ | συνόλη | τὸ | σύνολον |
| γενική | τοῦ/τῆς | συνόλου | τῆς | συνόλης | τοῦ | συνόλου |
| δοτική | τῷ/τῇ | συνόλῳ | τῇ | συνόλῃ | τῷ | συνόλῳ |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | σύνολον | τὴν | συνόλην | τὸ | σύνολον |
| κλητική ὦ! | σύνολε | συνόλη | σύνολον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | σύνολοι | αἱ | σύνολαι | τὰ | σύνολᾰ |
| γενική | τῶν | συνόλων | τῶν | συνόλων | τῶν | συνόλων |
| δοτική | τοῖς/ταῖς | συνόλοις | ταῖς | συνόλαις | τοῖς | συνόλοις |
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | συνόλους | τὰς | συνόλᾱς | τὰ | σύνολᾰ |
| κλητική ὦ! | σύνολοι | σύνολαι | σύνολᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | συνόλω | τὼ | συνόλᾱ | τὼ | συνόλω |
| γεν-δοτ | τοῖν | συνόλοιν | τοῖν | συνόλαιν | τοῖν | συνόλοιν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'φρόνιμος' όπως «φρόνιμος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Επίθετο
[επεξεργασία]σύνολος, -ος/-η, -ον
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σύνολος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σύνολος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'άπτερος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'φρόνιμος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'φρόνιμος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)