Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταξιθέτησις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταξιθέτησις (μαρτυρείται από το 1886) [1] <  και δείτε τη λέξη ταξιθέτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταξιθέτησις, -εως θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ταξιθέτησις, σελ.979, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)