Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουρκολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

τουρκολόγε αρσενικό ή θηλυκό