Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραπεζοκόμου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

τραπεζοκόμου αρσενικό ή θηλυκό