τσάπινγκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσάπινγκ < τσάπα + -ινγκ (< αγγλική κατάληξη -ing).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσάπινγκ ουδέτερο

  • (στρατιωτική αργκό) Η αποψίλωση (καθαρισμός) μίας περιοχής από χόρτα.
Λοιπόν, μάγκες, ετοιμαστείτε για τσάπινγκ!