τυφλός τά τ' ὦτα τόν τε νοῦν τά τ' ὄμματ᾽ εἶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ < από το έργο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, στίχος 371. → δείτε τις λέξεις τυφλός, ὦτα, νοῦς, ὄμμα και εἶ. Σύνταξη, αιτιατική της αναφοράς.

Φράση[επεξεργασία]

τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ

  • τυφλός στ' αυτιά, το νου (νόηση) και τα μάτια, τυφλός ως προς την ακοη και ως προς την νόηση και ως προς την όραση.

Σημειώσεις[επεξεργασία]