υπερκείμενο υγρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερκείμενο υγρό < → δείτε τις λέξεις υπερκείμενος και υγρό

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

υπερκείμενο υγρό ουδέτερο

  1. (χημεία): υγρό που υπέρκειται άλλου υγρού ή σώματος, στον ίδιο χώρο, λόγω διαφοράς ειδικού βάρους
  2. (χημεία), (ιατρική), (φαρμακευτική): το διαυγές υγρό που υπέρκειται του ιζήματος μετά από φυγοκέντρωση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]