Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπονόησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υπονόησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ