φαινομηρίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαινομηρίς < αρχαία ελληνική φαίνω + μηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαινομηρίς θηλυκό, γεν. -ίδος

  1. η γυναίκα ή το κορίτσι που φορά σχιστό φόρεμα με αποτέλεσμα να φαίνεται ο μηρός της· λέγεται κατεξοχήν για τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1653