φυρί φυρί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]φυρί φυρί ( και φιρί φιρί, ίσως το υ για την διαφορετική προφορά του ı σε σύγκριση με το i)
- επιδιώκοντας, προκαλώντας, για κάτι που πάει να γίνει, που κάποιος "πάει γυρεύοντας" να πετύχει ενώ κατά βάθος δεν τον συμφέρει,
- φιρί φιρί το πας τελικά να τσακωθούμε
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φυρί φυρί
|
|