Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμαιλέων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαμαιλέων οι χαμαιλέοντες
      γενική του χαμαιλέοντος των χαμαιλεόντων
    αιτιατική τον χαμαιλέοντα τους χαμαιλέοντες
     κλητική χαμαιλέων
& χαμαιλέον*
χαμαιλέοντες
* Κατά την αρχαία κλίση.
Κατηγορία όπως «θεράπων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμαιλέων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαμαιλέων[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.meˈle.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαμαιλέων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαμαιλέων, -οντος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χαμαιλέοντας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. χαμαιλέων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χᾰμαιλεοντ-
ονομαστική χαμαιλέων οἱ χαμαιλέοντες
      γενική τοῦ χαμαιλέοντος τῶν χαμαιλεόντων
      δοτική τῷ χαμαιλέοντ τοῖς χαμαιλέουσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν χαμαιλέοντ τοὺς χαμαιλέοντᾰς
     κλητική ! χαμαιλέον χαμαιλέοντες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χαμαιλέοντε
γεν-δοτ τοῖν  χαμαιλεόντοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χᾰμαιλέων < χᾰμαί (στο χώμα) + λέων.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kʰa.mai̯.lé.ɔːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: χᾰμαιλέων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χᾰμαιλέων, -οντος αρσενικό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

χαμαιλέων (αρχαία ελληνικά)

καθαρεύουσα: χαμαιλέων
νέα ελληνικά: χαμαιλέων, χαμαιλέοντας
λατινικά: chamaeleōn
γαλλικά: caméléon
αγγλικά: chameleon