Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμαιλέοντας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Χαμαιλέων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαμαιλέοντας οι χαμαιλέοντες
      γενική του χαμαιλέοντα των χαμαιλεόντων
    αιτιατική τον χαμαιλέοντα τους χαμαιλέοντες
     κλητική χαμαιλέοντα χαμαιλέοντες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμαιλέοντας < αρχαία ελληνική χαμαιλέων[1][2] + -οντα, από την αιτιατική «τὸν χαμαιλέοντα»[3] < χαμαί (στο χώμα) + λέων. Μορφολογικά αναλύεται σε χαμαι- + λέοντας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.meˈle.on.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαμαιλέοντας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Χαμαιλέοντας πάνω σε κλαδί δέντρου

χαμαιλέοντας αρσενικό

  1. (ερπετό) εντομοφάγο, κυρίως δενδρόβιο ερπετό (σαύρα) με μακριά, ελικοειδή ουρά, εξογκωμένα μάτια που κινούνται ανεξάρτητα, μακριά και εκτινασσόμενη γλώσσα για την σύλληψη της τροφής και την ικανότητα να αλλάζει το χρώμα του δέρματός του ανάλογα με το περιβάλλον
    παράδειγμα Ο χαμαιλέων καμουφλάρεται αλλάζοντας το χρώμα του για να προστατευτεί από τους εχθρούς του.
     δείτε καμουφλάζ, μιμητισμός και ομοιοχρωμία
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που αλλάζει στάση, απόψεις ή συμπεριφορά ανάλογα με τις περιστάσεις ή το προσωπικό του συμφέρον, προσαρμοζόμενος εύκολα σε κάθε κατάσταση
    παράδειγμα Δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς· είναι χαμαιλέων και προσαρμόζεται κάθε φορά σε ό,τι τον συμφέρει.
     συνώνυμα: άστατος, ευμετάβλητος, καιροσκόπος, συμφεροντολόγος, διπρόσωπος, ευέλικτος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χαμαιλέοντας -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  2. χαμαιλέων - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. χαμαιλέοντας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας