カメレオン

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία ja

[επεξεργασία]
カメレオン < (άμεσο δάνειο) αγγλική chameleon < λατινική chameleon < αρχαία ελληνική χαμαιλέων < χαμαί (επί του εδάφους) + λέων (λιοντάρι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

カメレオン (ja) (rōmaji: kamereon)