Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτογράφησις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτογράφησις < (χαρτογραφώ) χαρτογραφη- + -σις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαρτογράφησις θηλυκό