Μετάβαση στο περιεχόμενο

χλωροφόρμιον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χλωροφόρμιον <  δείτε τη λέξη χλωροφόρμιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χλωροφόρμιον ουδέτερο