χριστιανομάχου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

χριστιανομάχου αρσενικό

  1. χριστιανομάχος, στη γενική του ενικού