χωρῶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χωρῶ < χῶρος

Ρήμα[επεξεργασία]

χωρῶ,

κάνω τόπο σε κάποιον, παραμερίζω, προχωρώ καλά

αναφορές[επεξεργασία]

«λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ γαμήσῃ ἄλλην μοιχᾶται». λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ [αὐτοῦ].

«Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς.
«Οὐ πάντες χωροῦσιν τὸν λόγον [τοῦτον], ἀλλ’ οἷς δέδοται. εἰσὶν γὰρ εὐ νοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτως, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω».Κατά Ματθαίον, Ιθ΄ 9-12[1]
  1. μότο στη σονάτα Κρώυτσερ του Τολστόι