ψαῦσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαῦσις < ψαύω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαῦσις-εως θηλυκό

  1. ψηλάφιση
  2. επαφή, θωπεία, χάδι, το ψαῦμα