ψοφάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψοφάω < ψοφ(ώ) + -άω κατά το τρίτο πρόσωπο σε -άει (ψοφάει)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψοφάω