Μετάβαση στο περιεχόμενο

кћерка

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

кћерка (sr) (λατινική γραφή: kćerka) θηλυκό

  1. το κορίτσι
  2. η κόρη