повторять

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

повторять (ru)

Κλίση[επεξεργασία]

μη συνοπτική όψη1
απαρέμφατο повторя́ть
ζεύγη ρημάτων απλό αυτοπαθές
μη συνοπτικό повторя́ть повторя́ться
συνοπτικό повтори́ть повтори́ться
μέλλοντας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. бу́ду повторя́ть бу́дем повторя́ть
β' πρόσ. бу́дешь повторя́ть бу́дете повторя́ть
γ' πρόσ. бу́дет повторя́ть бу́дут повторя́ть
ενεστώτας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. повторя́ю повторя́ем
β' πρόσ. повторя́ешь повторя́ете
γ' πρόσ. повторя́ет повторя́ют
προστακτική повторя́й повторя́йте
μετοχή ενεστώτα ενεργητικής повторя́ющий
μετοχή ενεστώτα παθητικής повторя́емый
επιρρηματική μετοχή ενεστώτα повторя́я
παρελθόντας ενικός πληθυντικός
αρσενικό повторя́л повторя́ли
θηλυκό повторя́ла
ουδέτερο повторя́ло
μετοχή παρελθόντα ενεργητικής повторя́вший
μετοχή παρελθόντα παθητικής
επιρρηματική μετοχή παρελθόντα повторя́в
παράγωγα ουσιαστικά повторе́ние

1συχνά σε εγχειρίδια κ' ως "ατελής μορφή" ή "μη τετελεσμένη μορφή"