селянин

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

селянин (pl) αρσενικό

  1. ο χωρικός, ο χωριάτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]