ябълка

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ябълка < πρωτοσλαβική *jablъko, *ablъko

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ябълка (bg) θηλυκό

  1. η μηλιά
  2. το μήλο