μηλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μηλιά από τη Γερμανία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηλιά μηλιές
γενική μηλιάς μηλιών
αιτιατική μηλιά μηλιές
κλητική μηλιά μηλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηλιά < μεσαιωνική ελληνική μηλιά < αρχαία ελληνική μηλέα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηλιά θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]