măr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

măr (ro) ουδέτερο

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

măr (ro) αρσενικό