בלתי פוסק

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

בלתי פוסק (he) (bílti posék) αρσενικό

  1. αδιάκοπος
  2. αέναος