αέναος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αέναος < αρχαία ελληνική ἀέναος < ἀεί + νάω (ρέω)

Επίθετο[επεξεργασία]

αέναος -η -ο

  1. που δεν παύει ποτέ να ρέει, να τρέχει
  2. (γενικότερα) που δε σταματά, ασταμάτητος, αδιάκοπος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]