ἀβουλήσασα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβουλήσασα < ἀβουλέω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ἀβουλήσασα θηλυκό, (αρσενικό ἀβουλήσας, ουδέτερο ἀβουλῆσαν)

  1. μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ἀβουλέω στην ονομαστική και κλητική πτώση
δείτε τη λέξη: ἀβουλέω