Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀποπληρόω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποπληρόω < ἀποπίμπλημι

ἀποπληρόω