Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐγκόπτω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐγκόπτω < ἐν- + κόπτω

ἐγκόπτω