Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐνταῦθα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐνταῦθα < παρεκτεταμένος αττικός τύπος του ἔνθα (παραβάλετε ταῦτα < τά), προήλθε από ιωνικό τύπο ἐνθαῦτα, με μετάθεση τών δασέων ως σύνθετο εκ συναρπαγής από την φράση «ἔνθα αὐτά». Το επίθημα -θα είναι κατ' αναλογίαν προς το ἔνθα.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.tâu̯.tʰa/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἐνταῦθα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἐνταῦθα (τοπικό επίρρημα) (αττικός)

  1. εδώ, στο ίδιο μέρος
  2. (με ρήμα κινήσεως) προς τα εδώ
  3. (με γενική τόπου) σ' αυτό το μέρος
  4. σ' αυτό το σημείο, σ' αυτό τον βαθμό
  5. τότε, εκείνο τον καιρό
  6. πάνω σε αυτό, μετά απ' αυτό
  7. σ' αυτή την περίσταση
  8. στον υλικό κόσμο (αντιθέτως προς τον ιδεώδη)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἐνταῦθα (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἐνταῦθα
νέα ελληνικά: ἐνταῦθα, ενταύθα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.