Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπικυριαρχικῶς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπικυριαρχικῶς < ἐπικυριαρχικ(ός) + -ῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἐπικυριαρχικῶς