ἔμμισθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : έμμισθος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔμμισθος τὸ ἔμμισθον οἱ, αἱ ἔμμισθοι τὰ ἔμμισθα
Γενική τοῦ, τῆς ἐμμίσθου τοῦ ἐμμίσθου τῶν ἐμμίσθων τῶν ἐμμίσθων
Δοτική τῷ, τῇ ἐμμίσθῳ τῷ ἐμμίσθῳ τοῖς, ταῖς ἐμμίσθοις τοῖς ἐμμίσθοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔμμισθον τὸ ἔμμισθον τοὺς, τὰς ἐμμίσθους τὰ ἔμμισθα
Κλητική ἔμμισθε ἔμμισθον ἔμμισθοι ἔμμισθα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐμμίσθω
Γενική-Δοτική ἐμμίσθοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔμμισθος < ἐν + μισθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *misdʰós < *mey (αλλάσσω, ανταλλάσσω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἔμμισθος

  1. μισθοδοτούμενος, έμμισθος
  2. πληρωμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]