πληρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πληρωμένος πληρωμένη πληρωμένο
γενική πληρωμένου πληρωμένης πληρωμένου
αιτιατική πληρωμένο πληρωμένη πληρωμένο
κλητική πληρωμένε πληρωμένη πληρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληρωμένοι πληρωμένες πληρωμένα
γενική πληρωμένων πληρωμένων πληρωμένων
αιτιατική πληρωμένους πληρωμένες πληρωμένα
κλητική πληρωμένοι πληρωμένες πληρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πληρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πληρωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: πληρώνω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]