Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἦρι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἦρῐ < *ἤερι, με συναίρεση < εκτεταμένη βαθμίδα του *ἄιερι (τοπική πτώση) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *aier- (μέρα-πρωί, παραβάλετε ἄριστον (πρωινό)). Συγγενή: αβεστική ayarә, γενική ayan (μέρα), γοτθική air «πρωί». Η εκτεταμένη βαθμίδα αυτής της ρίζας δεν μαρτυρείται σε άλλες ΙΕ γλώσσες και είναι πιθανόν προϊόν μετρικών ανάγκων, παραβάλετε ἠέριος.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̂ː.ɾi/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρῐ

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἦρῐ (χρονικό επίρρημα)

  1. (στον Όμηρο, μόνον με το μάλα) πολύ πρωί, πρωί πρωί, μόλις ξημερώσει
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 360
    ἦρι μάλ’ Ἑλλήσποντον ἐπ’ ἰχθυόεντα πλεούσας
    πολύ πρωί μες στον βαθύν Ελλήσποντον να πλέουν
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 320
    ἠῶθεν δὲ μάλ᾽ ἦρι λοέσσαι τε χρῖσαί τε
    Και το πρωί, μόλις θα ξημερώσει, τον οδηγείτε στον λουτρό και τον μυρώνετε
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 156
    ἀλλὰ μάλ᾽ ἦρι νέονται, ἐπεὶ καὶ πᾶσιν ἑορτή
    τους βλέπω να ᾽ρχονται πρωί πρωί, σήμερα είναι πάνδημη γιορτή
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Στον Όμηρο η λέξη εμφανίζεται άπαξ στην Ιλιάδα «ἦρι μάλ᾿» και δις στην Οδύσσεια «μάλ᾿ ἦρι».

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ἦρῐ ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.