ὀβελίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀβελίας < ὀβελός

Επίθετο[επεξεργασία]

ὀβελίας

  1. (για ψωμί) που είναι ψημένο σε μικρή σούβλα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • διαφέρει από το ὀβολίας που σημαίνει αντικείμενα που πωλούνται έναν οβολό