ὠφελῶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ὠφελῶ < ὠφελέω-ῶ

  • το μονοτονικό ωφελώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ὠφελῶ