Μετάβαση στο περιεχόμενο

ῥωμαλέος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ ῥωμαλέος ἡ ῥωμαλέᾱ τὸ ῥωμαλέον
      γενική τοῦ ῥωμαλέου τῆς ῥωμαλέᾱς τοῦ ῥωμαλέου
      δοτική τῷ ῥωμαλέῳ τῇ ῥωμαλέᾳ τῷ ῥωμαλέῳ
    αιτιατική τὸν ῥωμαλέον τὴν ῥωμαλέᾱν τὸ ῥωμαλέον
     κλητική ὦ! ῥωμαλέε ῥωμαλέᾱ ῥωμαλέον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ῥωμαλέοι αἱ ῥωμαλέαι τὰ ῥωμαλέᾰ
      γενική τῶν ῥωμαλέων τῶν ῥωμαλέων τῶν ῥωμαλέων
      δοτική τοῖς ῥωμαλέοις ταῖς ῥωμαλέαις τοῖς ῥωμαλέοις
    αιτιατική τοὺς ῥωμαλέους τὰς ῥωμαλέᾱς τὰ ῥωμαλέᾰ
     κλητική ὦ! ῥωμαλέοι ῥωμαλέαι ῥωμαλέᾰ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ῥωμαλέω τὼ ῥωμαλέᾱ τὼ ῥωμαλέω
      γεν-δοτ τοῖν ῥωμαλέοιν τοῖν ῥωμαλέαιν τοῖν ῥωμαλέοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ῥωμαλέος < ῥώμ(η) + -αλέος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ῥωμαλέος, -α, -ον

  1. ρωμαλέος
  2. (για πράγματα) ισχυρός, δυνατός

Συγγενικά

[επεξεργασία]