ρωμαλέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρωμαλέος ρωμαλέα ρωμαλέο
γενική ρωμαλέου ρωμαλέας ρωμαλέου
αιτιατική ρωμαλέο ρωμαλέα ρωμαλέο
κλητική ρωμαλέε ρωμαλέα ρωμαλέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρωμαλέοι ρωμαλέες ρωμαλέα
γενική ρωμαλέων ρωμαλέων ρωμαλέων
αιτιατική ρωμαλέους ρωμαλέες ρωμαλέα
κλητική ρωμαλέοι ρωμαλέες ρωμαλέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρωμαλέος < αρχαία ελληνική ῥωμαλέος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɔ.ma.ˈlɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɾɔ.ma.ˈlɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɾɔ.ma.ˈlɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρωμαλέος

  1. που έχει μεγάλη σωματική δύναμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γερός, δυνατός, εύρωστος, στιβαρός, σφριγηλός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδύναμος, ασθενικός, καχεκτικός
  2. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δύναμη και συνοχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]