Μετάβαση στο περιεχόμενο

*men-

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από *men-, σκέφτομαι)

Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα (ine-pro)

[επεξεργασία]
ανασυντεθειμένοι τύποι
ανασυντεθειμένοι τύποι
(επ)ανασυντεθειμένος υποθετικός τύπος πρωτογλώσσας
όπως προκύπτει από την έως τώρα έρευνα της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας
- Γράφονται με πλάγια γράμματα - Μπροστά από τον τύπο σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος. -
 

*men-

  • σκέφτομαι, σκέψη (σημαίνει πνευματική δραστηριότητα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

*men- (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή)

προελληνική
αρχαία ελληνικά: Μέντωρ
προελληνική
αρχαία ελληνικά: μένος

*men-

Απόγονοι

[επεξεργασία]

*men-

*men-