Μετάβαση στο περιεχόμενο

-iĝ-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-iĝ- (eo)

  • επίθημα που δηλώνει κάτι που γίνεται από μόνο του, μια πράξη που εφαρμόζεται σ' αυτό(ν) για το(ν) οποίο μιλάμε

Παραδείγματα

fariĝi - γίνομαι
naskiĝi - γεννιέμαι