Anspruch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Anspruch (de) αρσενικό

  1. το δικαίωμα
  2. η απαίτηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]