Bogomil
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Bogomil < (άμεσο δάνειο) βουλγαρική Богомил < παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική < αρχαία ελληνική Θεόφιλος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈbɒ.ɡə.mɪl/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Bo‐go‐mil
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Bogomil
- ανδρικό όνομα σλαβικής προέλευσης
- (ιστορία, χριστιανισμός) ο Βογόμιλος (αιρετικός Βούλγαρος ορθόδοξος ιερέας του 9ου αιώνα)
- (κατ’ επέκταση) ο Βογόμιλος (οπαδός της αίρεσης του Βογομιλισμού)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Σλοβενικά (sl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Bogomil < παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική < αρχαία ελληνική Θεόφιλος. Συγγενή: βουλγαρική Богомил, τσεχική Bohumil, Παραβάλετε γερμανική Gottlieb
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Bogomil αρσενικό
- ανδρικό όνομα
- (ιστορία, χριστιανισμός) ο Βογόμιλος (αιρετικός Βούλγαρος ορθόδοξος ιερέας του 9ου αιώνα)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Δάνεια - ονόματα από τα βουλγαρικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων - ονόματα από τα βουλγαρικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά εκκλησιαστικά σλαβονικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (βουλγαρικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Κύρια ονόματα (αγγλικά)
- Ανδρικά ονόματα (αγγλικά)
- Ιστορία (αγγλικά)
- Χριστιανισμός (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων - ονόματα από τα παλαιά εκκλησιαστικά σλαβονικά (σλοβενικά)
- Κύρια ονόματα (σλοβενικά)
- Ανδρικά ονόματα (σλοβενικά)
- Ιστορία (σλοβενικά)
- Χριστιανισμός (σλοβενικά)
