Cl

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Διεθνείς όροι [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Cl < αγγλική Chlorine (χλώριο)

Open book 01.svg Σύμβολο[επεξεργασία]

Cl

  1. (χημεία) το διεθνές σύμβολο του χλωρίου