Dutch

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Dutch < μέσα ολλανδικά dutsch (Γερμανός)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Dutch (en)

  1. (εθνικό όνομα) Ολλανδός
  2. τα ολλανδικά, η ολλανδική γλώσσα (λαϊκοτρόπως λέγονται και ολλανδέζικα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Dutch (en)