Geriater

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Geriater (de) αρσενικό (θηλυκό Geriaterin)

  1. γηρίατρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]